αποφεύγω
ρήμα1. Ενεργώ ώστε να μην έρθω σε επαφή ή σύγκρουση με πρόσωπο, αντικείμενο ή κατάσταση.
2. Καταβάλλω προσπάθεια να μη πραγματοποιήσω, να μην αναλάβω ή να μην εμπλακώ σε κάποια ενέργεια, ευθύνη ή υποχρέωση.
Συνώνυμα
υπεκφεύγω γλυτώνω αποστρέφω παρακάμπτω απέχω απομακρύνομαι ξεφεύγω γλιτώνω αποστρέφομαι εκφεύγω φυγομαχώ στρίβω ξεγλιστράω ξεκόβω προσπερνώ νηστεύω παραμερίζω κρύβομαι διαφεύγω δραπετεύω αγνοώ αθετώ αμελώ αναβάλλω απεχθάνομαι διασώζομαι παραλείπω παραμελώ σνομπάρω σώζομαι οπισθοχωρώ απεγκλωβίζομαι επιφυλάσσομαι ξεγλιστρώ
Αντώνυμα
αντιμετωπίζω προσεγγίζω πλησιάζω βλέπω κάνω περνάω χρησιμοποιώ δοκιμάζω ξαναβλέπω παθαίνω συναντιέμαι αγγίζω φιλώ κυνηγώ γυρεύω φιλάω ρισκάρω υφίσταμαι επισκέπτομαι συλλαμβάνω αναζητώ αναφέρομαι διακινδυνεύω διασταυρώνω εμπλέκομαι επιδιώκω επιλαμβάνομαι επιχειρώ θίγω προβαίνω καταλήγω αναστρέφω διαπράττω εξερευνώ καταπιάνομαι ριψοκινδυνεύω συναντώ αντιπαρατίθεμαι επιζητώ συγκρούομαι ασχολούμαι κοιτάζω εννοώ φέρω περνώ χτυπώ πιάνω τηλεφωνώ διαβάζω χτυπάω απαντώ μετράω αναλαμβάνω δέχομαι προτιμάω ακολουθώ επιτίθεμαι παρακολουθώ τολμώ γιορτάζω σκοπεύω κυνηγάω κοιτάω μπλέκω κινδυνεύω τυχαίνω πατάω δρω πηδάω ανακατεύομαι ξανακάνω συλλαμβάνομαι χειρίζομαι επικοινωνώ συνηθίζω επιθυμώ ξαναλέω συζητάω συμμετέχω προτιμώ γνωρίζομαι γυρίζω ανυπομονώ ανταποκρίνομαι αξιολογώ αποκρίνομαι ασπάζομαι γεύομαι διαλέγομαι διαπραγματεύομαι διαχειρίζομαι δοκιμάζομαι εντοπίζομαι εξοφλώ επιθεωρώ επιλύω επισημαίνω επισκοπώ επιφέρω ερευνώ εφαρμόζω μάχομαι μελετώ ορέγομαι ορμάω παρίσταμαι παρεμβαίνω παρουσιάζομαι πασχίζω περιποιούμαι πιάνομαι ποθώ προξενώ προσβάλλω προσβλέπω προσφωνώ σκαλίζω σκανάρω στρέφομαι συμπαραστέκομαι συνομιλώ σχολιάζω τσιμπάω υποβάλλομαι υποβάλλω υποδέχομαι φιλέω ψήνομαι θέλω οδηγώ ακουμπώ ανταποδίδω αντεπιτίθεμαι απευθύνομαι βιώνω διασχίζω διεκπεραιώνω διερευνώ επεμβαίνω επεξεργάζομαι επικαλούμαι μπλέκομαι ονοματίζω παγιδεύομαι παρασέρνομαι παρασύρομαι ποντάρω στοχάζομαι σφηνώνομαι τοποθετούμαι χαιρετώ φλερτάρω προσέρχομαι σκέφτομαι μαθαίνω γνωρίζω ρωτάω πληρώνω τρώω πίνω αναφέρω προκαλώ διαλέγω απαντάω φροντίζω καλώ συστήνω ενδιαφέρομαι αποκαλώ προσλαμβάνω παρατηρώ κολλάω συνεργάζομαι ακουμπάω ξαναέρχομαι επιλέγω ανέχομαι καπνίζω ρωτώ συζητώ βασίζομαι εξετάζω ανακατεύω ανιχνεύω διανοούμαι εισάγω εκτελώ εκφράζω επαναλαμβάνω επιμελούμαι επιτελώ επιτηρώ ερωτώ καταναλώνω λαχταρώ μεταδίδω ξεσπάω παραθέτω πειραματίζομαι περιεργάζομαι προβάλλω προκρίνω προσδιορίζω προσκομίζω προωθώ σκαρώνω στρέφω συμπαθώ συνδιαλέγομαι υιοθετώ υπολογίζω υπομένω γίνομαι έλκω ανακινώ ανταπαντώ αξιοποιώ αποπληρώνω αφομοιώνω διεξάγω ενημερώνομαι κατονομάζω μπουκάρω υλοποιώ υπόκειμαι στοχεύω χειρίζω ψαχουλεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν οδηγώ στο κέντρο, αποφεύγω τις στενές λωρίδες κυκλοφορίας.
- Για να είμαι υγιής, αποφεύγω τα τηγανητά.
- Επειδή έχω αλλεργία, αποφεύγω τη γύρη την άνοιξη.
- Σε συζητήσεις με ένταση, συνήθως αποφεύγω να παίρνω θέση.
- Προσπαθώ να αποφεύγω το άγχος με καθημερινή άσκηση και διαλογισμό.