διαχειρίζομαι
ρήμα1. Φροντίζω, οργανώνω και ελέγχω πόρους, ανθρώπους ή δραστηριότητες προκειμένου να επιτευχθεί συγκεκριμένος στόχος.
2. Επιβλέπω και διασφαλίζω την ομαλή λειτουργία, συντήρηση και ροή διαδικασιών, συστημάτων ή υπηρεσιών.
Συνώνυμα
χειρίζομαι χειρίζω διαχειρίζω τρέχω αντεπεξέρχομαι αντιμετωπίζομαι διευθύνω διοικώ συντονίζω ελέγχω επιβλέπω επιμελούμαι αντιμετωπίζω καθοδηγώ ανταπεξέρχομαι επιλαμβάνομαι λειτουργώ καταφέρνω ασχολούμαι δουλεύω οδηγώ διεκπεραιώνω κουμαντάρω επεξεργάζομαι ρυθμίζω διευθετώ τακτοποιώ κανονίζω διαπραγματεύομαι αξιοποιώ εφαρμόζω επιλύω επιτηρώ αναλαμβάνω φροντίζω ξεπερνάω διοργανώνω εποπτεύω κυβερνώ χειραγωγώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα διαχειρίζομαι τα οικονομικά του νοικοκυριού.
- Στη δουλειά διαχειρίζομαι τον χρόνο μου ώστε να τελειώνω όλα τα καθήκοντα.
- Όταν νιώθω άγχος, διαχειρίζομαι τα συναισθήματά μου με βαθιές ανάσες.
- Στον υπολογιστή διαχειρίζομαι τα αρχεία και φροντίζω για τα αντίγραφα ασφαλείας.
- Ως προϊστάμενος, διαχειρίζομαι τις διαφωνίες μεταξύ των μελών της ομάδας.