υιοθετώ

ρήμα

1. Δέχομαι με νόμιμη ή κοινωνική διαδικασία ως μέλος της οικογένειας ένα παιδί που δεν είναι βιολογικό και αναλαμβάνω τα γονεϊκά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

2. Παίρνω υπό τη φροντίδα μου και κάνω δικό μου ζώο, παρέχοντάς του τροφή, στέγη και φροντίδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αποφάσισα ότι υιοθετώ ένα αδέσποτο σκύλο από το καταφύγιο.
  • Στη γενική συνέλευση υιοθετώ την πρόταση που κατέθεσε το Διοικητικό Συμβούλιο.
  • Από σήμερα υιοθετώ πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες.
  • Στην έρευνά μου υιοθετώ τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησαν προηγούμενοι μελετητές.
  • Στις δημόσιες δηλώσεις μου υιοθετώ μια πιο μετρημένη γλώσσα.