γνωρίζομαι

ρήμα

1. Έρχομαι σε επαφή με κάποιον και ανταλλάσσουμε πληροφορίες ή συστάσεις, με αποτέλεσμα να μαθαίνουμε ο ένας τον άλλον.

2. Παρουσιάζομαι ή με παρουσιάζουν σε κάποιον ώστε να γίνει γνωστή η ταυτότητα, το όνομα ή τα στοιχεία μου.

Συνώνυμα

συστήνομαι γνωστοποιούμαι γνωρίζω αποκαλύπτομαι συναντιέμαι συναναστρέφομαι εξοικειώνομαι επικοινωνώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στις συγκεντρώσεις του συλλόγου γνωρίζομαι εύκολα με νέα μέλη.
  • Την πρώτη εβδομάδα στη δουλειά γνωρίζομαι με όλους τους συναδέλφους.
  • Στην γειτονιά γνωρίζομαι ως ο άνθρωπος που φροντίζει τα παιδιά.
  • Δεν γνωρίζομαι προσωπικά με τον διευθυντή.
  • Μετά από χρόνια συνεργασίας, γνωρίζομαι καλύτερα με τις οικογένειες των μαθητών.