ξεφεύγω
ρήμα1. Φεύγω ή απομακρύνομαι από έναν τόπο, πρόσωπο ή κατάσταση, συχνά γρήγορα ή κρυφά, για να μην εντοπιστώ ή να αποφύγω εμπλοκή.
2. Βγαίνω από περιορισμό, δεσμά ή επιτήρηση, παύοντας να υπόκειμαι στον έλεγχο ή στην επιρροή κάποιου.
Συνώνυμα
διαφεύγω δραπέτευω παρεκτρέπομαι υπερβαίνω γλιτώνω εκφεύγω ξεγλιστρώ αποφεύγω γλυτώνω ξεγλιστράω αποδρώ εκτρέπομαι παρεκκλίνω εκκλίνω παρασύρομαι ξεσαλώνω υπερβάλλω αποκλίνω στρίβω δραπετεύω λανθάνω παρακάμπτω σώζομαι ελευθερώνομαι αποφεύγομαι φεύγω απομακρύνομαι αποχωρώ εξαφανίζομαι ξεπερνάω απελευθερώνομαι διασώζομαι εξέρχομαι ξεπερνώ υπεκφεύγω απεγκλωβίζομαι απεμπλέκομαι επιζώ αποκολλούμαι χειροτερεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ύποπτος ξεφεύγει πάντα όταν πλησιάζει η αστυνομία.
- Δεν πρέπει να ξεφεύγεις από τις ευθύνες σου.
- Μην ξεφεύγεις από το θέμα.
- Το κόστος του έργου ξεφεύγει από τον προϋπολογισμό.
- Η κατάσταση στην αίθουσα ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.
- Το διάβασμα με βοηθά να ξεφεύγω από την καθημερινότητα.