δοκιμάζομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε δοκιμή ή έλεγχο για να αξιολογηθούν ικανότητες, γνώσεις, χαρακτηριστικά ή ποιότητα.
2. Υφίσταμαι δοκιμασία, πίεση ή αντιξοότητα που δοκιμάζει την αντοχή, την πίστη ή την αξιοπιστία.
Συνώνυμα
εξετάζομαι υποβάλλομαι τεστάρομαι ελέγχομαι υφίσταμαι πειραματίζομαι δοκιμάζω ταλαιπωρούμαι περνώ πάσχω κακοπαθώ παθαίνω υποφέρω πειράζομαι βασανίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε αυτές τις δύσκολες μέρες δοκιμάζομαι καθημερινά.
- Στο κατάστημα, πριν αγοράσω, δοκιμάζομαι στο δοκιμαστήριο.
- Στους αγώνες δοκιμάζομαι απέναντι σε ισχυρούς αντιπάλους.
- Με την πίεση της δουλειάς δοκιμάζομαι και πρέπει να αλλάξω τρόπο εργασίας.
- Στις κλινικές δοκιμές δοκιμάζομαι προσεκτικά πριν εγκριθεί το φάρμακο.