πασχίζω
ρήμα1. Κάνω επίμονη, επίπονη ή έντονη προσπάθεια για να επιτύχω κάτι ή να ξεπεράσω εμπόδιο, συχνά αντιμετωπίζοντας δυσκολίες.
2. Υποφέρω από ασθένεια, πόνο ή άλλη δυσκολία· βρίσκομαι σε κατάσταση σωματικής ή ψυχικής ταλαιπωρίας.
Συνώνυμα
προσπαθώ αγωνίζομαι μοχθώ κοπιάζω παλεύω υποφέρω βασανίζομαι κακοπάθω ζοριζόμαι επιχειρώ επιδιώκω ιδρώνω δοκιμάζω στρώνομαι εξασκούμαι κουράζομαι εργάζομαι σκοτώνομαι γυρεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ πασχίζω να μάθω ελληνικά κάθε μέρα.
- Η ομάδα πασχίζει να ολοκληρώσει το έργο πριν την προθεσμία.
- Οι μικρές επιχειρήσεις πασχίζουν να ανταπεξέλθουν στην οικονομική κρίση.
- Παρά τις δυσκολίες, εκείνη πασχίζει να κρατήσει την ψυχραιμία της.
- Ο μαθητής πασχίζει με τα μαθηματικά, αλλά συνεχίζει να προσπαθεί.