ριψοκινδυνεύω
ρήμα1. Εκτελώ ή αναλαμβάνω ενέργειες ή αποφάσεις που εκθέτουν την ασφάλεια, την περιουσία ή την επιτυχία σε πιθανή βλάβη ή απώλεια.
2. Αποδέχομαι την πιθανότητα αρνητικού αποτελέσματος προκειμένου να επιδιώξω ένα προσδοκώμενο όφελος ή αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ριψοκινδυνεύω μόνο όταν έχω καλά στοιχεία ότι μπορεί να πετύχει.
- Στην ορειβασία ριψοκινδυνεύω την ασφάλειά μου για να φτάσω στην κορυφή.
- Δεν ριψοκινδυνεύω τα χρήματά μου χωρίς προηγούμενη έρευνα.
- Με την απόφασή μου να αλλάξω καριέρα ριψοκινδυνεύω την οικονομική σταθερότητα της οικογένειάς μου.
- Στην προσωπική ζωή ριψοκινδυνεύω να ομολογήσω τα αληθινά μου συναισθήματα.