επιτελώ

ρήμα

1. Αναλαμβάνω και εκτελώ τις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση ενός έργου, καθήκοντος ή λειτουργίας.

2. Προβαίνω σε επιθετική ενέργεια κατά προσώπου, ομάδας ή στόχου με σκοπό να προκαλέσω ζημιά, έλεγχο ή υπεροχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε μέρα στο νοσοκομείο επιτελώ τα καθήκοντά μου με προσοχή.
  • Στην παράσταση απόψε επιτελώ ένα σόλο στο πιάνο.
  • Στην ομάδα επιτελώ έναν υποστηρικτικό ρόλο ως συντονιστής.
  • Κατά την αποστολή στο πεδίο επιτελώ κρίσιμες εργασίες συλλογής δεδομένων.
  • Με υπευθυνότητα επιτελώ τις υποχρεώσεις που μου ανατέθηκαν.