παρεμβαίνω
ρήμα1. Αναλαμβάνω δράση σε μια κατάσταση ή διαδικασία με σκοπό να την αλλάξω, να την ρυθμίσω ή να την ελέγξω.
2. Διακόπτω ή παρεμβάλλομαι σε συνομιλία, συζήτηση ή γραπτό λόγο για να εκφράσω γνώμη, σχόλιο ή διόρθωση.
Συνώνυμα
επεμβαίνω μεσολαβώ διαμεσολαβώ παρεισβάλλω ανακατεύομαι παρεμβάλλω προστρέχω ενεργώ πειράζω διαταράσσω εμπλέκομαι μπλέκομαι εισβάλλω σφηνώνω σφηνώνομαι μπαίνω διακόπτω τοποθετούμαι παρεισφρέω δρω αλλοιώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά παρεμβαίνω στις συζητήσεις για να διευκολύνω τη λύση.
- Η φίλη μου με παρακάλεσε να μην παρεμβαίνω στις αποφάσεις της.
- Το ραδιόφωνο παρεμβαίνει στο σήμα της τηλεόρασης και προκαλεί θόρυβο.
- Το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει σε περιόδους οικονομικής κρίσης για να προστατεύσει τους πολίτες.
- Η δημοσιογράφος παρεμβαίνει για να θέσει μια διευκρινιστική ερώτηση.