ξαναβλέπω
ρήμα1. Βλέπω ξανά πρόσωπο, τόπο ή αντικείμενο που είχα δει στο παρελθόν, συναντώ ή επανέρχομαι σε επαφή με κάποιον ή κάτι που είχε ήδη εμφανιστεί στην όραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε χρόνο ξαναβλέπω την αγαπημένη μου ταινία.
- Σήμερα ξαναβλέπω την παλιά μου φίλη στο καφέ.
- Μετά το λάθος, ξαναβλέπω τη διαδικασία για να μην το επαναλάβω.
- Κάθε βράδυ ξαναβλέπω τις σημειώσεις πριν τις εξετάσεις.
- Όταν επιστρέφω στο χωριό, ξαναβλέπω τις παιδικές μου αναμνήσεις.