συναντιέμαι
ρήμα1. Βρίσκομαι με κάποιον ή κάποιους στον ίδιο χώρο και χρόνο, είτε μετά από προγραμματισμό είτε τυχαία, ώστε να ανταλλάξουμε λόγια ή να συναναστραφούμε.
Συνώνυμα
συναντώ ανταμώνω συναπαντώ συναπαντιέμαι βρίσκομαι βλεπόμαι σμίγομαι προσέρχομαι εμφανίζομαι τυχαίνω γνωρίζομαι βλέπομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Παρασκευή συναντιέμαι με τους φίλους μου στην πλατεία.
- Συχνά συναντιέμαι τυχαία με παλιούς συμμαθητές στο κέντρο της πόλης.
- Την επόμενη εβδομάδα συναντιέμαι με τον καθηγητή για να συζητήσουμε τη διπλωματική μου.
- Στη δουλειά συναντιέμαι με αντιρρήσεις όταν προτείνω αλλαγές.
- Με τους συνεργάτες μου συναντιέμαι διαδικτυακά κάθε Δευτέρα.