κοιτάω
ρήμα1. Στρέφω το βλέμμα προς κάτι ή κάποιον για να δω ή να παρατηρήσω.
2. Εξετάζω προσεκτικά ή επιμελώς κάτι με τα μάτια για να διαπιστώσω λεπτομέρειες, κατάσταση ή χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κόιταω τον ουρανό και βλέπω αστέρια.
- Κοιτάω τα μηνύματά μου κάθε πρωί.
- Κοιτάω τα παιδιά όταν η μητέρα λείπει.
- Κοιτάω να κλειδώσω την πόρτα πριν φύγω.
- Κοιτάω στο λεξικό τη σημασία της λέξης.