εμπλέκομαι

ρήμα

1. Παίρνω μέρος ή ενεργώ ώστε να έχω ρόλο, επιρροή ή εμπλοκή σε μια υπόθεση, δραστηριότητα ή διαδικασία.

2. Βρίσκομαι άμεσα ή έμμεσα αναμεμειγμένος σε περίπλοκη, προβληματική ή επικίνδυνη κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη δουλειά συχνά εμπλέκομαι σε πολλά έργα ταυτόχρονα.
  • Προσπαθώ να μην εμπλέκομαι σε προσωπικές αψιμαχίες των συναδέλφων.
  • Όταν υπάρχουν νομικά ζητήματα, δεν θέλω να εμπλέκομαι χωρίς δικηγόρο.
  • Συναισθηματικά εμπλέκομαι εύκολα σε σχέσεις που έχουν ένταση.
  • Σε εθελοντικές δράσεις εμπλέκομαι ενεργά κάθε Σαββατοκύριακο.