προσλαμβάνω
ρήμα1. Δέχομαι ή παίρνω πρόσωπο για εργασία ή υπηρεσία σε οργανισμό, επιχείρηση ή θέση, συχνά με συμφωνία αμοιβής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσλαμβάνω νέο προσωπικό για το κατάστημά μου κάθε καλοκαίρι.
- Συχνά προσλαμβάνω τα λόγια του ως κριτική, παρόλο που δεν το εννοεί πάντα έτσι.
- Προσλαμβάνω την ευθύνη για το λάθος και θα εργαστώ για τη διόρθωσή του.
- Σε διαφορετικό φωτισμό προσλαμβάνω τα χρώματα του πίνακα πιο ζεστά.