απεχθάνομαι
ρήμαΝα νιώθω και να εκδηλώνω ισχυρή αρνητική συναισθηματική αντίδραση, που ωθεί στο να αποφεύγω, απορρίπτω ή απομακρύνομαι από κάποιο πρόσωπο, αντικείμενο, πράξη ή ιδέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αγαπώ συμπαθώ λατρεύω ερωτεύομαι λαχταρώ ορέγομαι ποθώ φιλέω αρέσω αγαπάω τρελαίνομαι επιθυμώ γοητεύομαι λιγουρεύομαι θαυμάζω εκτιμώ απολαμβάνω γουστάρω γεύομαι ενθουσιάζομαι επιζητώ ψήνομαι ενδιαφέρομαι συνηθίζω ανέχομαι ενδιαφέρω καίγομαι λιώνομαι νοσταλγώ συμπάσχω προτιμώ σέβομαι τιμώ θέλω ευχαριστιέμαι νιώθω εύχομαι προτιμάω σαγηνεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ απεχθάνομαι το ψέμα και την υποκρισία.
- Πραγματικά απεχθάνομαι να περιμένω σε ουρές.
- Στη δουλειά απεχθάνομαι όταν οι άλλοι παίρνουν την αναγνώριση για τη δουλειά μου.
- Από πάντα απεχθάνομαι το συκώτι και τη γεύση του.
- Όταν βλέπω αδικία, απεχθάνομαι την αδιαφορία των άλλων.