πιάνω
ρήμα1. Κρατώ ή συγκρατώ με το χέρι ή άλλο μέσο ένα αντικείμενο, μια επιφάνεια ή ένα πλάσμα, ώστε να μην πέσει ή να μην κινηθεί.
2. Ακινητοποιώ ή συγκρατώ κάτι ή κάποιον που κινείται, αποτρέποντας τη φυγή ή την ελευθερία του.
Συνώνυμα
συλλαμβάνω προλαβαίνω προφτάνω καταλαβαίνω κολλάω επιδρώ κρατάω κατανοώ αρπάζω κρατώ παίρνω αγγίζω φτάνω αντιλαμβάνομαι αρρωσταίνω ξεκινώ αρχίζω βρίσκω τσιμπάω πιάνομαι αποδίδω λειτουργώ αναλαμβάνω επιλαμβάνομαι πετυχαίνω εντοπίζω παρατηρώ ακουμπάω νοώ συνειδητοποιώ σφίγγω ακινητοποιώ τσουπώνω επιτυγχάνω βιοπορίζομαι συνάγω εφάπτομαι παγιδεύω τραβώ σκαλίζω ψαρεύω ανακαλύπτω προσλαμβάνω εργάζομαι αναγνωρίζω διακρίνω διαπιστώνω εξασφαλίζω κατακτώ παραλαμβάνω συμπεραίνω ακουμπώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί πιάνω το λεωφορείο στις επτά.
- Στο παιχνίδι πιάνω τη μπάλα πριν πέσει στο έδαφος.
- Αφού τα εξήγησε, επιτέλους πιάνω τι εννοείς.
- Αύριο πιάνω δουλειά σε μια νέα εταιρεία.
- Στο θέατρο πιάνω πάντα θέση κοντά στη σκηνή.