χρησιμοποιώ
ρήμα1. Χρησιμοποιώ ένα αντικείμενο, εργαλείο, μέσο ή πόρο για να πραγματοποιήσω μια ενέργεια ή να επιτύχω έναν σκοπό.
2. Βάζω σε λειτουργία ή ενεργοποιώ μία συσκευή, μηχανή ή πρόγραμμα ώστε να εκτελέσει την προβλεπόμενη λειτουργία.
Συνώνυμα
χρήομαι χρησιμεύω αξιοποιώ εκμεταλλεύομαι χειρίζομαι εφαρμόζω ενεργοποιώ αξιοποιούμαι καταναλώνω δανείζομαι ενοικιάζω φορώ υιοθετώ πατάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εργαστήριο χρησιμοποιώ μικροσκόπιο για τις μετρήσεις.
- Κάθε πρωί χρησιμοποιώ το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
- Στις παρουσιάσεις χρησιμοποιώ διαγράμματα για να εξηγήσω τα δεδομένα.
- Στην κουζίνα χρησιμοποιώ ελαιόλαδο αντί για βούτυρο.
- Στη συγγραφή μου χρησιμοποιώ απλή γλώσσα ώστε οι ιδέες να γίνονται κατανοητές.