ανακατεύομαι

ρήμα

1. Κάνω ή υφίσταται ανάδευση υλικών ή συστατικών, με κίνηση που προκαλεί την ανάμειξή τους.

2. Επεμβαίνω ή εμπλέκομαι ενεργά στις υποθέσεις, τις ενέργειες ή τις αποφάσεις άλλων, συχνά χωρίς πρόσκληση.

Συνώνυμα

αναμιγνύομαι μπλέκομαι μπλέχνομαι εμπλέκομαι παρεμβαίνω μπαίνω ζαλίζομαι ναυτίζομαι αναδεύομαι μπλέκω επεμβαίνω εισβάλλω ασχολούμαι συμμετέχω μπερδεύομαι συγχέομαι ταράζομαι ανακινούμαι εμπίπτω ξεράω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν ανακατεύομαι στα προσωπικά των άλλων.
  • Δυστυχώς, όταν υπάρχουν διαμάχες, τείνω να ανακατεύομαι και να παίρνω θέση.
  • Δυσκολεύομαι να ανακατεύομαι με αγνώστους σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
  • Κατά το μαγείρεμα πρέπει να ανακατεύομαι συχνά για να μην κολλήσει η σάλτσα.
  • Όταν διαβάζω πολλές αντικρουόμενες πληροφορίες, ανακατεύομαι και μπερδεύομαι.