αναλαμβάνω
ρήμα1. Παίρνω πάνω μου την ευθύνη ή το καθήκον να κάνω, να φροντίσω ή να επιβλέψω κάτι.
2. Δεσμεύομαι να εκτελέσω ή να φέρω εις πέρας συγκεκριμένη εργασία, έργο ή ανάθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αναλαμβάνω την ευθύνη για το λάθος.
- Αναλαμβάνω την οργάνωση της εκδήλωσης τον επόμενο μήνα.
- Αναλαμβάνω τα καθήκοντα του διευθυντή μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.
- Αναλαμβάνω να σε βοηθήσω με τη μετακόμιση αυτό το Σαββατοκύριακο.
- Αναλαμβάνω το έργο με προθεσμία δύο εβδομάδων.