διασχίζω
ρήμα1. Κινούμαι από τη μία πλευρά στην άλλη περνώντας πάνω από ή μέσα από ένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, όπως δρόμο, γέφυρα, ποτάμι ή πεδίο.
2. Περνάω ολόκληρη την έκταση ή το μήκος ενός χώρου ή τόπου, διανύοντάς τον από άκρη σε άκρη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα διασχίζω το πάρκο κάθε πρωί για να πάω στη δουλειά.
- Ο ταξιδιώτης θέλησε να διασχίσει την έρημο με ασφάλεια.
- Τα παιδιά διασχίζουν τον δρόμο μόνο από τη διάβαση.
- Το καράβι διασχίζει τη Μεσόγειο σε λίγες μέρες.
- Πρόσεχε όταν διασχίζεις τη λεωφόρο με πολλή κίνηση.