αναζητώ

ρήμα

1. Κάνω ενέργειες με σκοπό να εντοπίσω ή να βρω κάτι — αντικείμενο, πρόσωπο ή πληροφορία που δεν είναι άμεσα γνωστό ή προσιτό.

2. Συλλέγω και εξετάζω στοιχεία ή πληροφορίες για να αποκτήσω απάντηση, λύση ή εξήγηση σε ένα ζήτημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο πατάρι αναζητώ παλιές φωτογραφίες της οικογένειας.
  • Στο διαδίκτυο αναζητώ αξιόπιστες πληροφορίες για το έργο.
  • Όταν αντιμετωπίζω προβλήματα, αναζητώ συμβουλές από φίλους και ειδικούς.
  • Μετακομίζοντας σε νέα πόλη, αναζητώ φίλους και αίσθημα ασφάλειας.
  • Καθώς αλλάζω καριέρα, αναζητώ νέες ευκαιρίες εργασίας στον τομέα της τεχνολογίας.