γεύομαι
ρήμα1. Αντιλαμβάνομαι τις γευστικές ιδιότητες μιας ουσίας μέσω των οργάνων της γεύσης στο στόμα.
2. Λαμβάνω μικρή ποσότητα τροφής ή ροφήματος με σκοπό την αξιολόγηση της γεύσης του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα γεύομαι τη σούπα που έφτιαξες.
- Σε σεμινάριο κρασιού γεύομαι διακριτικές νότες βανίλιας και κερασιού.
- Με το παιδί στην αγκαλιά γεύομαι αμέτρητη χαρά.
- Μετά την ήττα γεύομαι την πικρία της αποτυχίας.
- Ταξιδεύοντας γεύομαι τη γλύκα της ελευθερίας.
- Καμιά φορά γεύομαι την αγωνία πριν από μια σημαντική απόφαση.