συλλαμβάνομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε σύλληψη από τις αρμόδιες αρχές και κρατούμαι ως ύποπτος ή παραβάτης.
2. Καταλαμβάνομαι έντονα από συναίσθημα, ιδέα ή σκέψη, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η συμπεριφορά ή η αντίδρασή μου.
Συνώνυμα
πιάνομαι κρατούμαι αιχμαλωτίζομαι ακινητοποιούμαι καταλαμβάνομαι σχηματίζομαι διαμορφώνομαι εγκυμονώ παγιδεύομαι φυλακίζομαι γεννιέμαι καταδυναστεύομαι καταστέλλομαι καθηλώνομαι εντοπίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε τέτοιες διαδηλώσεις συχνά συλλαμβάνομαι από τις αρχές.
- Παρά τα μέτρα αντισύλληψης, φοβάμαι μήπως συλλαμβάνομαι.
- Πολύ συχνά συλλαμβάνομαι να σκέφτομαι την παιδική μου ηλικία.
- Όταν ακούω αυτή τη μελωδία, συλλαμβάνομαι από βαθιά συγκίνηση.
- Κατά τη διάρκεια της δουλειάς συλλαμβάνομαι να διορθώνω ασυναίσθητα τα κείμενα των συναδέλφων.