δρω

ρήμα

1. Προβαίνω σε πράξεις ή ενέργειες με σκοπό την επίτευξη κάποιου αποτελέσματος.

2. Συμμετέχω ενεργά ή παρεμβαίνω σε μία κατάσταση εκτελώντας συγκεκριμένες δραστηριότητες.

3. Εκδηλώνω συμπεριφορά που προκαλεί αλλαγή ή αντίδραση στο περιβάλλον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν δρω, μελετάω πρώτα όλα τα δεδομένα.
  • Σε κρίσιμες καταστάσεις, συνήθως δρω άμεσα.
  • Στην ομάδα, δρω στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση των έργων.
  • Όταν χρειάζεται βοήθεια, δρω χωρίς να διστάζω.
  • Στην κοινότητα, δρω για την προώθηση θετικών αλλαγών.