υποβάλλομαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι σε ενέργεια ή διαδικασία που μου επιβάλλεται ή που πρέπει να υποστώ και την υφίσταμαι (π.χ. έλεγχο, θεραπεία, εξέταση).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε χρόνο υποβάλλομαι σε προληπτικό ιατρικό έλεγχο.
  • Πριν από την έγκριση του προγράμματος, υποβάλλομαι σε αυστηρό διαχειριστικό έλεγχο.
  • Σε συζητήσεις με δυσάρεστα θέματα, συχνά υποβάλλομαι σε έντονη ψυχολογική πίεση.
  • Για να λάβω τη χρηματοδότηση, υποβάλλομαι στη διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής.
  • Όταν εργάζομαι πάνω στο έργο, υποβάλλομαι σε έλεγχο ποιότητας από την ομάδα.