επεξεργάζομαι
ρήμα1. Υποβάλλω υλικά, πρώτες ύλες ή προϊόντα σε φυσικές, χημικές ή μηχανικές διεργασίες για να αλλάξουν μορφή, δομή ή ιδιότητες.
Συνώνυμα
κατεργάζομαι διαχειρίζομαι χειρίζομαι αναλύω εξετάζω διορθώνω τροποποιώ μετατρέπω μετασχηματίζω μεταποιώ διαμορφώνω προσαρμόζω επιλαμβάνομαι συντάσσω αναπτύσσω αντιμετωπίζομαι διεκπεραιώνω καταπιάνομαι φιλτράρω μοντάρω ρετουσάρω πειράζω αξιολογώ σχηματίζω εμπλουτίζω τελειοποιώ διασαφηνίζω αντιμετωπίζω κατανοώ παρασκευάζω ζυμώνω σμιλεύω στριφογυρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα επεξεργάζομαι τα δεδομένα του πειράματος.
- Σήμερα επεξεργάζομαι τις φωτογραφίες για το περιοδικό.
- Στο εργαστήριο επεξεργάζομαι τις πρώτες ύλες πριν από την παραγωγή.
- Μετά τον χωρισμό επεξεργάζομαι σταδιακά τα συναισθήματά μου.
- Στην υπηρεσία επεξεργάζομαι τις αιτήσεις των πολιτών και ενημερώνω τη βάση δεδομένων.