έλκω
άλλο1. Προσελκύω ή τραβάω κάτι προς το μέρος μου με δύναμη.
2. Κινούμαι σε κάποια κατεύθυνση για να φτάσω ή να πλησιάσω κάτι.
3. Προκαλώ ενδιαφέρον, προσοχή ή επιθυμία σε κάποιον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με το σχοινί έλκω το βαρέλι προς το κατάστρωμα.
- Με τις νέες προσφορές έλκω περισσότερους πελάτες στο κατάστημα.
- Με τη φιλική μου στάση έλκω τη συμπάθεια των συναδέλφων.
- Στο εργαστήριο έλκω μεταλλικά δείγματα με το μαγνητικό πεδίο.
- Η περιέργειά μου συχνά έλκω προβλήματα, αλλά μαθαίνω από αυτά.