αναβάλλω
ρήμα1. Αποφασίζω να μη πραγματοποιηθεί μια προγραμματισμένη ενέργεια στον αρχικά προβλεπόμενο χρόνο και ορίζω την εκτέλεσή της σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιταχύνω πραγματοποιώ αποφασίζω προβαίνω προωθώ εκτελώ ολοκληρώνω διεκπεραιώνω οριστικοποιώ διευθετώ ξεκινώ κανονίζω ετοιμάζω σχεδιάζω επιλύω επιτελώ προετοιμάζω αποπληρώνω διακανονίζω διεξάγω διοργανώνω κατασταλάζω υλοποιώ προγραμματίζω σπεύδω αντιμετωπίζω τολμώ ετοιμάζομαι κρίνω εξοφλώ καθορίζω συμπληρώνω εκκαθαρίζω εκπληρώνω επεξεργάζομαι ξεπετάγομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Δυστυχώς πρέπει να αναβάλλω τη γιορτή λόγω κακοκαιρίας.
- Συνήθως αναβάλλω τις εργασίες για την τελευταία στιγμή.
- Για να κερδίσω χρόνο, αναβάλλω την απάντηση σε δύσκολα ερωτήματα.
- Πρέπει να αναβάλλω την υποβολή του έργου μέχρι να συγκεντρώσω περισσότερα στοιχεία.
- Δεν θέλω να αναβάλλω μια σοβαρή απόφαση χωρίς να έχω σκεφτεί όλα τα δεδομένα.