γνωρίζω
ρήμα1. Έχω γνώση ή επίγνωση πληροφοριών, γεγονότων, καταστάσεων, δεξιοτήτων ή προσώπων.
2. Ενημερώνω κάποιον δίνοντάς του πληροφορίες ή διευκρινίσεις για κάτι.
3. Παρουσιάζω πρόσωπα μεταξύ τους ώστε να γνωριστούν και να έλθουν σε επαφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Γνωρίζω καλά την ιστορία της πόλης.
- Τον γνωρίζω από το σχολείο.
- Γνωρίζω ότι η συνάντηση ακυρώθηκε.
- Σας γνωρίζω ότι τα γραφεία θα παραμείνουν κλειστά.
- Σου γνωρίζω τον φίλο μου, τον Νίκο.
- Εδώ και χρόνια γνωρίζω την τοπική παράδοση.