διαπραγματεύομαι
ρήμα1. Εισέρχομαι σε συζητήσεις με ένα ή περισσότερα μέρη με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με όρους, προϋποθέσεις ή αμοιβαία συμφέροντα.
Συνώνυμα
συζητώ διαβουλεύομαι παζαρεύω παζαριάζω διαλέγομαι συζητάω διακανονίζω συνδιαλέγομαι συμβιβάζομαι συναλλάσσομαι ανταλλάσσω συνομολογώ μιλάω συνεργάζομαι διαχειρίζομαι ξεψαχνίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ διαπραγματεύομαι τους όρους του νέου συμβολαίου με την εταιρεία.
- Κάθε εβδομάδα διαπραγματεύομαι την τιμή με τους προμηθευτές για τα προϊόντα.
- Στη συνάντηση διαπραγματεύομαι μια ειρηνική λύση για τη διένεξη.
- Στο μυαλό μου διαπραγματεύομαι τις προτεραιότητες και τον χρόνο μου.
- Ως εκπρόσωπος, διαπραγματεύομαι συμφωνίες εκ μέρους των πολιτών.