σκοπεύω

ρήμα

1. Έχω πρόθεση ή σχέδιο να κάνω κάτι στο μέλλον ή να επιτύχω κάποιο αποτέλεσμα.

2. Κατευθύνω την όραση, την προσοχή ή ένα αντικείμενο (π.χ. όπλο, κάμερα) προς συγκεκριμένο στόχο με σκοπό να τον πλήξω, να τον καταγράψω ή να τον παρατηρήσω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα σκοπεύω να ξεκινήσω δίαιτα.
  • Κρατώντας το τόξο, σκοπεύω στο κέντρο του στόχου.
  • Σκοπεύω να τελειώσω τη διατριβή μέσα σε ένα χρόνο.
  • Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, σκοπεύω να αλλάξω στρατηγική.
  • Αν δεν βρω δουλειά εδώ, σκοπεύω να μετακομίσω στο εξωτερικό.