εξοφλώ
ρήμα1. Πληρώνω ολοσχερώς μία οφειλή, τιμολόγιο ή λογαριασμό, καλύπτοντας το συνολικό ποσό που οφείλεται.
2. Κάνω την απαιτούμενη χρηματική καταβολή προς πρόσωπο ή φορέα ώστε να τερματιστεί ή να θεωρηθεί τακτοποιημένη μια οικονομική υποχρέωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα εξοφλώ τον λογαριασμό του ρεύματος.
- Με αυτόν τον μισθό εξοφλώ το δάνειο για το αυτοκίνητο.
- Αύριο εξοφλώ το τιμολόγιο του προμηθευτή με τραπεζική μεταφορά.
- Με την κατάθεση αυτή εξοφλώ όλες τις ανοιχτές οφειλές του μήνα.
- Με τη νίκη στο διαγωνισμό εξοφλώ ένα παλιό προσωπικό στοίχημα.