υλοποιώ
ρήμα1. Κάνω πραγματικότητα μια ιδέα, πρόθεση ή σχέδιο, φέρνοντάς τα σε πράξη.
2. Κατασκευάζω ή διαμορφώνω κάτι ώστε να υπάρξει ως πρακτικό, απτό ή λειτουργικό αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εμείς υλοποιούμε το επιχειρηματικό σχέδιο μέσα στον επόμενο χρόνο.
- Η ομάδα ανάπτυξης υλοποιεί τη νέα λειτουργία στην εφαρμογή.
- Οι μηχανικοί υλοποίησαν το έργο σύμφωνα με τις προδιαγραφές.
- Το πρόγραμμα υλοποιείται από εξωτερικούς συνεργάτες.
- Με πολλή δουλειά, η Μαρία υλοποίησε το παιδικό της όνειρο να ανοίξει βιβλιοπωλείο.
- Υλοποιώντας το σχέδιο, καταφέραμε να εξοικονομήσουμε πόρους.