διεξάγω
ρήμα1. Οργανώνω και διευθύνω την εκτέλεση μιας διαδικασίας, εργασίας ή δράσης με συγκεκριμένα βήματα, όπως έρευνα, πείραμα ή δοκιμή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα ήθελα να διεξάγω μια συνέντευξη με τον καθηγητή αύριο.
- Πρέπει να διεξάγω την έρευνα πριν γράψω το πόρισμα.
- Σκοπεύω να διεξάγω ένα πείραμα στο εργαστήριο την επόμενη εβδομάδα.
- Μου ζήτησαν να διεξάγω τη ψηφοφορία για την ομάδα μας.
- Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, θα διεξάγω την παρουσίαση και θα απαντήσω σε ερωτήσεις.