βασίζομαι
ρήμα1. Τοποθετώ την εμπιστοσύνη ή τις προσδοκίες μου πάνω σε κάποιο πρόσωπο, ομάδα, αντικείμενο ή κατάσταση, αναμένοντας ότι θα προσφέρει στήριξη ή θα εκπληρώσει μια λειτουργία.
Συνώνυμα
στηρίζομαι εξαρτώμαι εδράζομαι θεμελιώνομαι εμπιστεύομαι υπολογίζω εναποθέτω ανατρέχω επικαλούμαι ποντάρω κρέμομαι προσβλέπω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι δύσκολες αποφάσεις παίρνονται όταν βασίζομαι στις σωστές πληροφορίες.
- Στη δουλειά μου βασίζομαι στην ακρίβεια των δεδομένων.
- Δεν βασίζομαι σε φήμες, αλλά σε αποδείξεις.
- Ακόμα και στις δύσκολες στιγμές βασίζομαι στη λογική και την εμπειρία.
- Στην ομάδα μας βασίζομαι στους συναδέλφους για υποστήριξη.