προσβλέπω

ρήμα

1. Κατευθύνω την προσοχή και τις προσδοκίες μου προς κάποιο πρόσωπο, γεγονός ή μελλοντική κατάσταση, αναμένοντας θετική έκβαση.

2. Απευθύνομαι ή στηρίζομαι σε κάποιον ή κάτι με σκοπό να λάβω βοήθεια, υποστήριξη ή ευνοϊκή μεταχείριση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με ανυπομονησία προσβλέπω στη συνάντησή μας την επόμενη εβδομάδα.
  • Σε αυτό το έργο προσβλέπω κυρίως στην εμπειρία και την αφοσίωσή σου.
  • Μετά τις διαπραγματεύσεις προσβλέπω να υπάρξει αμοιβαία συμφωνία.
  • Ως πολίτης προσβλέπω σε ένα πιο δίκαιο και ασφαλές μέλλον.
  • Από το κράτος προσβλέπω στην προστασία των δικαιωμάτων μου.