υπολογίζω

ρήμα

1. Πραγματοποιώ μαθηματικές πράξεις ή αριθμητική επεξεργασία δεδομένων για να προσδιορίσω ποσά, αποτελέσματα ή σχέσεις μεταξύ μεγεθών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ υπολογίζω ότι θα φτάσουμε στις οκτώ.
  • Στον προϋπολογισμό του έργου υπολογίζω και τα απρόοπτα έξοδα.
  • Στα μαθηματικά υπολογίζω γρήγορα τα αποτελέσματα.
  • Τον υπολογίζω πολύ ως συνεργάτη.
  • Κατά τις δοκιμές, υπολογίζω τον μέσο όρο των μετρήσεων.