υπολογίζω
ρήμα1. Πραγματοποιώ μαθηματικές πράξεις ή αριθμητική επεξεργασία δεδομένων για να προσδιορίσω ποσά, αποτελέσματα ή σχέσεις μεταξύ μεγεθών.
Συνώνυμα
εκτιμώ θεωρώ λογαριάζω υποθέτω περιμένω αναμένω προσδοκώ μετρώ αθροίζω κοστολογώ αξιολογώ αποτιμώ λογίζομαι προσβλέπω στηρίζομαι λαμβάνω εμπιστεύομαι σέβομαι βασίζομαι μετράω συγκαταλέγω αριθμώ απαριθμώ προβλέπω εικάζω προσδιορίζω συλλογίζομαι ελπίζω σκέφτομαι φαντάζομαι μαντεύω συμπεριλαμβάνω σκέπτομαι αναλογίζομαι πιθανολογώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ υπολογίζω ότι θα φτάσουμε στις οκτώ.
- Στον προϋπολογισμό του έργου υπολογίζω και τα απρόοπτα έξοδα.
- Στα μαθηματικά υπολογίζω γρήγορα τα αποτελέσματα.
- Τον υπολογίζω πολύ ως συνεργάτη.
- Κατά τις δοκιμές, υπολογίζω τον μέσο όρο των μετρήσεων.