προκαλώ
ρήμα1. Φέρνω ως αποτέλεσμα μια κατάσταση, γεγονός ή συνέπεια εξαιτίας κάποιας αιτίας ή ενέργειας.
2. Δημιουργώ σε κάποιον συναισθηματική, λεκτική ή συμπεριφορική αντίδραση, όπως θυμό, γέλιο ή αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
προξενώ επιφέρω πειράζω υποκινώ διεγείρω παρακινώ ερεθίζω σκανδαλίζω ταράζω αναστατώνω πυροδοτώ κινώ εξωθώ εκλύω αναζωπυρώνω κάνω φέρνω φέρω παράγω γεννώ εγείρω θίγω συντελώ υποβάλλω ωθώ οδηγώ ανεγείρω κεντρίζω δημιουργώ προτρέπω παροτρύνω ενθαρρύνω ανάβω φταίω επηρεάζω ενδιαφέρω καθιστώ εκνευρίζω ελκύω ενεργοποιώ προσελκύω έλκω ανακινώ καταλύω χειραγωγώ αψηφώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συγγνώμη αν προκαλώ πόνο, δεν το έκανα επίτηδες.
- Στη δημόσια ομιλία μου συχνά προκαλώ αντιπαραθέσεις.
- Με τις λεπτομέρειες που επιλέγω προκαλώ το ενδιαφέρον των ακροατών.
- Δεν θέλω να προκαλώ γέλιο ειρωνικά, αλλά μερικές φορές συμβαίνει.
- Όταν δεν απαντώ αμέσως, ίσως προκαλώ ανησυχία.