συναντώ

ρήμα

1. Έρχομαι σε άμεση επαφή με πρόσωπο ή ομάδα σε συγκεκριμένο ή τυχαίο τόπο, με σκοπό ή όχι την επικοινωνία.

2. Αντιμετωπίζω πρόβλημα, εμπόδιο ή δυσκολία όταν αυτά προκύπτουν κατά την εξέλιξη μιας ενέργειας ή διαδικασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αύριο συναντώ τη Μαρία στο καφέ.
  • Στη γειτονιά συναντώ συχνά έναν παλιό συμμαθητή.
  • Περπατώντας στο δάσος συναντώ μια αλεπού.
  • Στο βιβλίο συναντώ πολλούς τεχνικούς όρους.
  • Στη δουλειά συναντώ συχνά δυσκολίες με τις προθεσμίες.