ενδιαφέρομαι
ρήμα1. Επιδεικνύω προσοχή, περιέργεια ή κλίση προς ένα αντικείμενο, θέμα ή πρόσωπο και επιθυμώ να ενημερωθώ, να μάθω ή να συμμετάσχω.
2. Αφιερώνω χρόνο, ενέργεια ή σκέψη σε κάτι λόγω του ενδιαφέροντός μου.
Συνώνυμα
ενδιαφέρω ασχολούμαι ενασχολούμαι νοιάζομαι ενθουσιάζομαι γοητεύομαι ελκύομαι προσελκύομαι σαγηνεύομαι αρέσκομαι παρακολουθώ νοιάζω μεριμνώ απασχολούμαι μαγεύομαι συγκινούμαι εμπνέομαι παθιάζομαι κολλάω τραβάω θέλω εκτιμώ απολαμβάνω εντυπωσιάζομαι αφορώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ενδιαφέρομαι για τη σύγχρονη τέχνη.
- Αν αυτό το έργο χρηματοδοτηθεί, ενδιαφέρομαι να συμμετάσχω.
- Προς το παρόν ενδιαφέρομαι περισσότερο για την επιστημονική βιβλιογραφία.
- Για την υγεία σου ενδιαφέρομαι πολύ.
- Δεν ενδιαφέρομαι για κουτσομπολιά, προτιμώ ουσιαστικές συζητήσεις.