περιεργάζομαι

ρήμα

1. Κοιτάζω και χειρίζομαι με προσοχή ένα αντικείμενο ή μέρος του, επιδιώκοντας να διαπιστώσω τη μορφή, τη δομή ή τη λειτουργία του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο παλιό βιβλιοπωλείο περιεργάζομαι ξεχασμένα βιβλία για ώρες.
  • Τον περιεργάζομαι όταν μπαίνει σε ένα δωμάτιο, γιατί έχει παράξενη συμπεριφορά.
  • Στον καθρέφτη περιεργάζομαι τον καινούριο μου κότσο.
  • Πολλές φορές περιεργάζομαι τι θα γινόταν αν είχα πάρει άλλη απόφαση.
  • Στο εργαστήριο περιεργάζομαι το δείγμα με το μικροσκόπιο.