υπομένω

ρήμα

1. Να παραμένω εκτεθειμένος σε πόνο, ταλαιπωρία ή δοκιμασία για κάποιο χρονικό διάστημα χωρίς να προκαλώ άμεση μεταβολή στην κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο νοσοκομείο υπομένω τον πόνο χωρίς να παραπονιέμαι.
  • Δεν υπομένω την αγένεια στο χώρο της δουλειάς.
  • Για χρόνια υπομένω τις στερήσεις για να βοηθήσω την οικογένειά μου.
  • Κάθε πρωί υπομένω την κοσμοσυρροή στο μετρό.
  • Πρέπει να υπομένω τις συνέπειες των πράξεών μου.