θίγω
ρήμα1. Αγγίζω ή έρχομαι σε επαφή με την επιφάνεια κάποιου αντικειμένου ή σώματος.
2. Θέτω υπό συζήτηση ή αναφέρω ένα θέμα, ζήτημα ή πρόβλημα προς εξέταση ή κριτική.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην θίγεις το σπασμένο γλυπτό.
- Στην παρουσίασή του θίγει το θέμα της κλιματικής αλλαγής.
- Συγγνώμη αν σε θίγω με τα λόγια μου.
- Το ζήτημα θίγεται συχνά στις δημόσιες συζητήσεις.
- Η μουσική τον θίγει βαθιά.