κολλάω
ρήμα1. Προσκολλάω υλικό ή αντικείμενο σε άλλη επιφάνεια με χρήση κόλλας, υγρών ουσιών, θερμότητας ή πίεσης, ώστε να παραμείνουν ενωμένα.
Συνώνυμα
κολλώ επικολλώ προσκολλώ μολύνομαι αντιγράφω πιάνω παθαίνω συλλαμβάνω πιάνομαι μπλοκάρομαι σκαλώνω συγκολλώ σφηνώνω σφηνώνομαι μπλοκάρω μολύνω εθίζομαι προσκολλάομαι συνδέω καθυστερώ αρρωσταίνω δυσκολεύομαι ενώνω καθηλώνομαι κουμπώνω σέρνομαι στερεώνω σχετίζω παγιδεύομαι προσκολλάμαι συνάπτω ακινητοποιούμαι εγκλωβίζομαι ακουμπώ συμπαθώ γοητεύομαι ερωτεύομαι τρελαίνομαι επικαθίσταμαι φρακάρω παγώνω μένω βάζω αγαπάω ακολουθώ ενδιαφέρομαι κυνηγάω ταιριάζω ακουμπάω συνηθίζω καταρρέω δένω επιμένω αδυνατώ αναρτώ αράζω αργοπορώ ελκύω εμμένω ενώνομαι στηρίζομαι στριμώχνω συμβαδίζω σφραγίζω τοποθετώ υπολείπομαι αντιστοιχώ αφοσιώνομαι βραδύνω δένομαι ενσωματώνομαι επιβραδύνω ζορίζομαι κωλυσιεργώ συμπίπτω συνενώνω συσχετίζω
Αντώνυμα
ξεκολλάω αποκολλώ αποσπώ ξεμπλοκάρω σπάω κόβω σπάζω γλιστράω κομματιάζω ραγίζω τεμαχίζω απελευθερώνομαι απεγκλωβίζομαι λειτουργώ αναρρώνω απελευθερώνω ξεμπλοκάρομαι καταλαβαίνω περνάω χωράω τινάζω αποκόπτω βηματίζω διαμελίζω ξεγλιστράω ξεμπερδεύω σκίζω σπαράζω σχίζω αποφεύγω ανοσοποιούμαι απομακρύνομαι χωρίζω δραπετεύω απαλλάσσομαι αποσυνδέω αποσφραγίζω μετακινούμαι πορεύομαι απεμπλέκομαι διασχίζω κουνώ μεταβαίνω ξεσφραγίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ κολλάω την αφίσα στον τοίχο με κολλητική ταινία.
- Κάθε χειμώνα κολλάω γρίπη, γι' αυτό κάνω το εμβόλιο.
- Μετά από πολύ διάβασμα κολλάω και δεν μπορώ να συνεχίσω.
- Με ένα τραγούδι που μου αρέσει κολλάω και το ακούω συνέχεια.
- Στις εξετάσεις μερικές φορές κολλάω από το άγχος και δεν θυμάμαι τίποτα.