γιορτάζω
ρήμα1. Κάνω εορταστικές εκδηλώσεις ή τελετές για να σηματοδοτήσω κάποια σημαντική ημέρα, γεγονός ή επίτευγμα.
2. Εκδηλώνω χαρά, ευχαρίστηση ή τιμή με συγκέντρωση, γιορτές, τελετές, τραγούδι ή χορό.
Συνώνυμα
πανηγυρίζω πανηγυρεύω γλεντάω διασκεδάζω θριαμβεύω θριαμβολογώ τιμώ εκδηλώνω μνημονεύω ευφραίνομαι χαίρομαι χαίρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Πάσχα γιορτάζω με την οικογένειά μου.
- Την Τρίτη γιορτάζω τα γενέθλιά μου.
- Φέτος γιορτάζω την αποφοίτησή μου με ένα ταξίδι.
- Κάθε χρόνο γιορτάζω τον προστάτη του χωριού μας στην εκκλησία.
- Με τη νίκη της ομάδας γιορτάζω μαζί με τους φίλους στην κεντρική πλατεία.