επιχειρώ

ρήμα

1. Κάνω απόπειρα ή προσπαθώ να πραγματοποιήσω κάτι, με στόχο την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού ή αποτελέσματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα επιχειρώ να μάθω κιθάρα.
  • Αυτή τη χρονιά επιχειρώ να ανοίξω τη δική μου επιχείρηση.
  • Κατά τη διάρκεια της νύχτας επιχειρώ επίθεση στο προπύργιο.
  • Με την ομιλία μου επιχειρώ να πείσω τους επενδυτές.
  • Στο εργαστήριο επιχειρώ ένα νέο πείραμα.