συλλαμβάνω
ρήμα1. Πιάνω ή θέτω υπό κράτηση κάποιον που θεωρείται ύποπτος ή παραβάτης, περιορίζοντας προσωρινά την ελευθερία του.
2. Γίνομαι έγκυος ή προκαλώ γονιμοποίηση, ώστε να αρχίσει κύηση.
Συνώνυμα
πιάνω αιχμαλωτίζω καταλαβαίνω κατανοώ αντιλαμβάνομαι εγκυμονώ κολλάω αρπάζω ακινητοποιώ κρατώ εντοπίζω διακρίνω παρατηρώ σχηματίζω επινοώ σχεδιάζω εφευρίσκω τσιμπάω μπουζουριάζω παγιδεύω ακούω συνειδητοποιώ βλέπω κρατάω αποτυπώνω καταλαμβάνω φυλακίζω κατακρατώ λαμβάνω συνάγω προσδιορίζω φαντάζομαι βρίσκω προσλαμβάνω κυνηγώ εκλαμβάνω επιλαμβάνομαι νοώ παρακρατώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην περιπολία, συλλαμβάνω συχνά ύποπτα άτομα.
- Στο παιχνίδι, συλλαμβάνω την μπάλα με τα χέρια.
- Μετά από μήνες προσπαθειών, τελικά συλλαμβάνω παιδί.
- Δυσκολεύτηκα στην αρχή, αλλά τώρα συλλαμβάνω τι εννοείς.
- Με την κάμερα συλλαμβάνω όμορφες στιγμές.