αντιπαρατίθεμαι

ρήμα

1. Εκφράζω ή διατυπώνω αντίθετες απόψεις και επιχειρήματα απέναντι στα λεγόμενα, τις θέσεις ή τις πράξεις κάποιου άλλου.

2. Συμμετέχω σε λεκτική, ιδεολογική ή πολιτική σύγκρουση με πρόσωπο, ομάδα ή ιδέα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη συνεδρίαση της επιτροπής αντιπαρατίθεμαι συχνά με τον πρόεδρο για τα οικονομικά ζητήματα.
  • Σε δημόσιες συζητήσεις αντιπαρατίθεμαι με επιχειρήματα, όχι με προσωπικές επιθέσεις.
  • Στο άρθρο μου αντιπαρατίθεμαι με την παραδοσιακή άποψη χρησιμοποιώντας νέα στοιχεία.
  • Ως πολίτης αντιπαρατίθεμαι στις πολιτικές που θεωρώ άδικες.
  • Δεν θέλω να αντιπαρατίθεμαι, αλλά πρέπει να υπερασπιστώ τα δικαιώματά μου.