επιζητώ
ρήμα1. Κάνω ενέργειες ή εκφράζω πρόθεση με σκοπό να αποκτήσω ή να πετύχω κάτι που επιθυμώ ή θεωρώ αναγκαίο.
2. Προσπαθώ να εξασφαλίσω την παρουσία, τη βοήθεια ή την ανταπόκριση κάποιου ή θέτω κάτι ως προϋπόθεση για την επίτευξη ενός σκοπού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Επιζητώ την ησυχία για να μπορέσω να διαβάσω.
- Σε δύσκολες στιγμές επιζητώ τη στήριξη των φίλων μου.
- Μετά την αδικία επιζητώ δικαίωση.
- Στις δημόσιες δηλώσεις επιζητώ πάντα την ακρίβεια των στοιχείων.
- Ως καλλιτέχνης, επιζητώ την ειλικρινή κριτική για να βελτιώνομαι.